Τη σύνταξή του θα «χτίζει», ανάλογα με τα χρόνια ασφάλισης και το ύψος των αποδοχών, ο κάθε ασφαλισμένος σύμφωνα με το σχέδιο του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης που οριστικοποιείται έως τις 20 Μαρτίου
Του Γιώργου Γάτου
Χωρίς το συμπλήρωμα της βασικής σύνταξης (που θα εγγυάται για όλους το κράτος από το 2018 και μετά) θα μένουν όσοι νέοι συνταξιούχοι εισπράττουν, με βάση τα έτη εργασίας και το ύψος των αποδοχών τους, υψηλές συντάξεις (άνω των 2.850 ευρώ με τα σημερινά δεδομένα).
Την πρόβλεψη πλαφόν για την καταβολή της εγγυημένης από το κράτος βασικής σύνταξης θα συμπεριλάβει η ηγεσία του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης στο σχέδιο της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης που «θα παρουσιαστεί έως τις 20 Μαρτίου», όπως δήλωσαν χθες ο υπουργός Α. Λοβέρδος και ο υφυπουργός Γ. Κουτρουμάνης.
Στόχος της μεταρρύθμισης, όπως τόνιζαν χθες τα αρμόδια κυβερνητικά στελέχη, είναι να περιοριστεί η δαπάνη για τις πληρωμές των συντάξεων στα 11 δισ. ευρώ (από 17 δισ. ευρώ σήμερα) και να συγκρατηθεί σε αυτό το όριο σε βάθος 30 ετών? Για τον σκοπό αυτό θα γίνουν δύο μεγάλες αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού των συντάξεων:
Αλλαγή πρώτη: Καθιερώνεται η αναλογική σύνταξη, την οποία θα καλείται να «χτίσει» ο κάθε ασφαλισμένος εξασφαλίζοντας όσο το δυνατόν περισσότερα χρόνια ασφάλισης (αντί των 15 σήμερα που οδηγούν στην είσπραξη της κατώτατης σύνταξης). Η αναλογική σύνταξη που θα καταβάλουν τα ασφαλιστικά ταμεία θα υπολογίζεται, σταδιακά, με βάση το σύνολο του εργασιακού βίου (στην αρχή της εφαρμογής του νέου νόμου μπορεί να λαμβάνονται υπόψη τα 10 ή τα 15 έτη), ενώ οι συντελεστές υπολογισμού θα πριμοδοτούν την εργασία μετά τα 30 ή 31 χρόνια (όσο λιγότερα χρόνια ασφάλισης υπάρχουν τόσο χαμηλός θα είναι και ο συντελεστής).
Αλλαγή δεύτερη: Το κράτος θα καταβάλει, υπό προϋποθέσεις που μένει να καθοριστούν επακριβώς, ως «προνοιακό συμπλήρωμα», τη βασική σύνταξη σε όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με βάση τις προϋποθέσεις κάθε Ταμείου όταν συνταξιοδοτούνται. Η βασική σύνταξη δεν θα καταβάλεται, εφόσον η αναλογική σύνταξη είναι πολύ υψηλή. Θα καταβάλλεται, όμως, σε ηλικία 65 ετών και με βάση εισοδηματικά κριτήρια, σε όσους έχουν ασφαλιστεί, αλλά δεν έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα (π.χ. με έτη ασφάλισης κάτω από τα 15) και με ευνοϊκότερες προϋποθέσεις σε περιπτώσεις αναπηρίας (θα απονέμεται υπό τον τύπο μιας κατώτερης σύνταξης).
Δεν έχει, ωστόσο, αποσαφηνίσει η κυβέρνηση τι θα γίνει με τις επικουρικές συντάξεις (υπάρχουν προτάσεις είτε να ενσωματωθούν στην κύρια σύνταξη είτε να χορηγούνται με το καθεστώς που θα ισχύσει για την κύρια σύνταξη).
Μεταβατική περίοδος
Ο υφυπουργός Γ. Κουτρουμάνης διαβεβαίωσε ότι όπως θα ισχύσει μεταβατική περίοδος για το δημόσιο τομέα (δεν θα θιγεί από την αναμενόμενη αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης όποιος και όποια θεμελιώνει συνταξιοδοτικό δικαίωμα πριν από το 2013) έτσι θα προβλεφθεί περίοδος προσαρμογής για τη μετάβαση από το σημερινό στο νέο ασφαλιστικό καθεστώς.
Για παράδειγμα, για ασφαλισμένο που θα συνταξιοδοτηθεί το 2020 εξετάζεται είτε να χορηγούνται δύο τμήματα συντάξεων (έως το 2017 το πρώτο και για 3 έτη το 2ο τμήμα).
Σχετικά με τη δημιουργία μιας εταιρείας διαχείρισης των αποθεματικών του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (31 δισ. ευρώ, μαζί με την αξία των ακινήτων) προσανατολίζεται να προχωρήσει η κυβέρνηση. Αξονας της μεγάλης αυτής αλλαγής (την οποία προανήγγειλε από τη Δευτέρα η «Η») φαίνεται ότι θα είναι η εισήγηση που παρουσίασε χθες στην Επιτροπή Διαλόγου για τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού ο καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών Π. Τσακλόγλου προτείνοντας:
Να δημιουργηθεί μια εταιρεία που θα εποπτεύεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και θα έχει ως μετόχους το κράτος και τα ασφαλιστικά ταμεία.
Τα Δ.Σ. των Ταμείων θα ασκούν μόνο επιτελικό έλεγχο, ενώ εφόσον δημιουργηθούν περισσότερες της 1 εταιρείες (σήμερα υπάρχουν η ΑΕΔΑΚ του ΙΚΑ και η αντίστοιχη του ΟΤΕ) θα μπορούν να επιλέγουν σε ποια θα αναθέτουν την αξιοποίηση της περιουσίας τους.
Το κράτος θα καθορίζει κατόπιν διαβούλευσης με τους κοινωνικούς εταίρους το ποσοστό επενδύσεων σε μετοχές, ομόλογα, ακίνητα, κεφάλαια υψηλού κινδύνου, διαθέσιμα.
Στα αποθεματικά που θα αξιοποιούνται, θα περιλαμβάνονται υποχρεωτικά και τα ποσά που κάθε χρόνο εισρέουν στο Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης Γενεών.
Διαφωνίες εμπειρογνωμόνων
Πρόταση να χορηγείται η βασική σύνταξη σε ηλικία 65 ετών (και όχι νωρίτερα) και το ποσό της να διαμορφώνεται ανάλογα με το ύψος της αναλογικής σύνταξης που έχει εξασφαλίσει με την εργασία του ο κάθε ασφαλισμένος και με βάση εισοδηματικά κριτήρια υπέβαλαν χθες ο πρόεδρος της Επιτροπής καθηγητής Αγγ. Στεργίου και η εμπειρογνώμονας του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης δικηγόρος Πατρίνα Παπαρρηγοπούλου - Πεχλιβανίδη προκαλώντας αντιδράσεις.
Σύμφωνα με την πρόταση:
Η αναλογική σύνταξη θα υπολογίζεται με βάση τις εισφορές που κατέβαλε ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου (στην πρώτη εφαρμογή μπορεί να υπολογίζεται με βάση τις εισφορές των τελευταίων 10 ετών πριν από τη συνταξιοδότηση). Εφόσον η σύνταξη αυτή είναι μικρότερη από ένα καθορισμένο ποσό, τότε συμπληρώνεται από το κράτος (βασική σύνταξη).
Το ποσό που το κράτος καταβάλλει για τη συμπλήρωση της σύνταξης αποτελεί προνοιακή παροχή και χορηγείται υπό προϋποθέσεις, π.χ. όριο ηλικίας.
Το ποσό της βασικής σύνταξης διαβαθμίζεται ανάλογα με τις εισφορές που έχουν καταβάλλει οι ασφαλισμένοι για την ασφάλισή τους. Έτσι, αυτός που εργάσθηκε παραπάνω, τελικώς λαμβάνει μεγαλύτερη σύνταξη από κάποιον που εργάσθηκε λιγότερο ή καθόλου. Ωστόσο, ακόμη και αυτός που δεν εργάσθηκε καθόλου (π.χ. ανασφάλιστος υπερήλικας που σήμερα συνταξιοδοτείται από τον ΟΓΑ) δικαιούται υπό προϋποθέσεις ηλικίας και εισοδήματος της κατώτατης σύνταξης, ως ελάχιστη προνοιακή παροχή. Η συμμετοχή του κράτους στη σύνταξη που υπολείπεται του καθορισμένου ορίου υπολογίζεται με βάση αντικειμενικά κριτήρια.
Ο αντίλογος
«Να χορηγείται η βασική σύνταξη χωρίς εισοδηματικά κριτήρια ταυτόχρονα με τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και τη συνταξιοδότηση των ασφαλισμένων από τα Ταμεία τους» πρότεινε, σε αντιδιαστολή, ο εμπειρογνώμονας της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ελληνικού Εμπορίου δικηγόρος Δ. Μπούρλος. Την άποψη αυτή, εμμέσως, υιοθέτησε ο υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Γ. Κουτρουμάνης, θέτοντας, ωστόσο, θέμα μη καταβολής της βασικής σύνταξης σε συντάξεις που ξεπερνούν το ανώτατο όριο όπως αυτό καθορίζεται κάθε φορά (σήμερα το όριο είναι στα 2.850 ευρώ).